Μια περιπολία με τον Γκρίναγουεϊ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  09/09/2010, 10:08

 

Ο πολυπράγμων Πίτερ Γκρίναγουεϊ. Ο σκηνοθέτης, ο ζωγράφος, ο πομπός του μεταμοντέρνου. Λίγο προτού έρθει στην Ελλάδα για να παρουσιάσει στο Φεστιβάλ της Σάνης ένα τρίπτυχο από τη νέα δουλειά του, φωτογραφίζεται για το ΒΗΜagazino στο Αμστερνταμ μπροστά στην αγαπημένη του «Νυχτερινή περίπολο» του Ρέμπραντ και μας αναλύει τον πολυσύνθετο κόσμο των δημιουργιών και της ζωής του.

Στο ντοκυμαντέρ «Το κατηγορώ του Ρέμπραντ» του Πίτερ Γκρίναγουεϊ, ο φημισμένος βρετανός σκηνοθέτης εμφανίζεται στην οθόνη μέσα από ένα μικρό «παραθυράκι» και αποδομεί τον διάσημο πίνακα του Ρέμπραντ. Θυμίζει τον Αλφρεντ Χίτσκοκ σε μια cameo εμφάνιση που δεν τελειώνει ποτέ και με την καθαρή άρθρωση της άψογης αγγλικής προφοράς εξηγεί, αναλύει, συμπεραίνει, ενίοτε ρητορεύει με στεντόρεια φωνή στο αόρατο για εκείνον κοινό που τον παρακολουθεί. Κάπως έτσι τον φαντάζομαι στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, κάπου στο στούντιό του στο Αμστερνταμ, όπου διαμένει μόνιμα τα τελευταία χρόνια, καθ’ όλη τη διάρκεια της συνομιλίας μας με αφορμή την παρουσία του στο Φεστιβάλ της Σάνης στη Χαλκιδική όπου προβλήθηκε το ντοκυμαντέρ του, μαζί με την ταινία «Νυχτερινή περίπολος», δημιουργίες που μεταξύ άλλων αναπτύσσουν θεωρίες συνωμοσίας με βάση στοιχεία που περιέχονται στον περίφημο πίνακα του Ρέμπραντ. Γκρίναγουεϊ είναι αυτός, ό,τι – πρωτότυπο – θέλει κάνει. Ο 68χρονος σήμερα Ουαλλός, όταν δεν γυρίζει ταινίες, μελετάει αριστουργήματα της ζωγραφικής ή βυθίζεται στον κόσμο των πολυμέσων, επιδίδεται σε videojockeying, κοινώς βιντεοπροβολές σε μεγάλες οθόνες αφής μαζί με μουσικές συνθέσεις: performances ήχου και εικόνας όπως το «The Lupercyclopedia», βασισμένο σε εικονογραφία της σειράς ταινιών «Tulse Luper Suitcases» που παρουσίασε επίσης στη Σάνη. Ή, πάλι, φωτογραφίζεται με μια γλυκιά υπομονή από μέρους του και δίνει συνεντεύξεις στις οποίες, μολονότι είναι δύσκολο να διακόψεις τον χειμαρρώδη και ενίοτε στομφώδη λόγο του, κάνει τον συνομιλητή του να αισθάνεται πολύ άνετα χάρη στη φυσική αβρότητα που διαποτίζει κάθε λέξη του. Με λίγα λόγια, τζέντλεμαν, όπως θα έλεγαν και οι συμπατριώτες του.

Κύριε Γκρίναγουεϊ, γιατί εστιάσατε στη «Νυχτερινή περίπολο» και στον Ρέμπραντ, δεδομένου ότι αγαπημένος σας ζωγράφος, όπως έχετε πει, είναι ο Βερμέερ;
«Ναι, όντως... Υποθέτω πως έχω τη φήμη ότι είμαι δημιουργός ταινιών, αρχικά όμως σπούδασα ζωγραφική. Το πρωταρχικό ενδιαφέρον μου είναι η έκφραση ιδεών μέσα από εικονογραφικά μέσα, πρωτίστως μέσω της ζωγραφικής, η οποία είναι πολύ ανώτερη από τον κινηματογράφο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας μου μοίρασα τις καλλιτεχνικές ανησυχίες μου ανάμεσα στη ζωγραφική και στον κινηματογράφο. Και όποτε υπάρχει ευκαιρία να τα συνδυάσω, είμαι διατεθειμένος να το κάνω. Αυτήν τη στιγμή σάς μιλάω από το Αμστερνταμ. Είμαι στο στούντιό μου πάνω από το σπίτι μου και όταν κοιτάζω έξω από το παράθυρο αντικρίζω μια πανοραμική άποψη της πόλης. Μισό χιλιόμετρο από το σημείο που κοιτάζω βρίσκεται ένα πολύ μεγάλο κτίριο το οποίο ονομάζεται Rijksmuseum και είναι το σπίτι της “Νυχτερινής περιπόλου” του Ρέμπραντ. Εχω ένα εισιτήριο στην τσέπη μου που μου επιτρέπει να επισκέπτομαι αυτόν τον εξαιρετικό πίνακα σε αυτό το εξαιρετικό μουσείο όποτε θέλω. Η “Νυχτερινή περίπολος” του Ρέμπραντ – πιθανότατα ο τέταρτος πιο σημαντικός πίνακας στον κόσμο – βρίσκεται ουσιαστικά στο μπροστινό δωμάτιο του σπιτιού μου. Οπότε, μου είναι πολύ οικείος».

Ποια ήταν η αφορμή για να προσεγγίσετε ένα τόσο σημαντικό έργο τέχνης;
«Το 2006 συμπληρώθηκαν 400 χρόνια από τη γέννηση του Ρέμπραντ και υπήρξαν πολλές εορταστικές εκδηλώσεις γύρω από τον πιο γνωστό πίνακά του. Εμένα με ενδιαφέρει πολύ ο χειρισμός του φωτός. Ο κινηματογράφος αφορά εξ ορισμού τον χειρισμό του τεχνητού φωτός. Και 400 χρόνια πριν ο αριστοτέχνης του φωτός ήταν ο Ρέμπραντ. Με κάλεσαν λοιπόν να χρησιμοποιήσω ό,τι ήξερα και ό,τι με ενθουσίαζε όσον αφορά τον σύγχρονο χειρισμό του τεχνητού φωτός σε σχέση με αυτόν τον εξαιρετικό ολλανδό ζωγράφο. Να κάνω μια εγκατάσταση που περιελάμβανε αυτόν τον τόσο πολύτιμο, αυθεντικό πίνακα ο οποίος είναι σχεδόν μη ασφαλίσιμος. Και εγώ είχα την τόλμη να προτείνω να τον ζωντανέψω! Αυτόν που κοστίζει εκατομμύρια των εκατομμυρίων! Αυτό ήταν η αρχή μιας μεγάλης περιπέτειας για εμένα. Μου κίνησε το ενδιαφέρον ο πίνακας και πίστεψα ότι γίνεται φόνος σε αυτόν. Και ανέπτυξα ένα σενάριο, μια θεωρία συνωμοσίας, η οποία εξηγεί πώς γίνεται ο φόνος».

Τι είναι όμως αυτό που σας συναρπάζει τόσο πολύ στην τέχνη της εποχής, μαζί με τη φλαμανδική ζωγραφική και την αναγεννησιακή τέχνη; Το ενδιαφέρον σας είναι εμφανέστατο και στην αισθητική των ταινιών σας.
«Ορισμένοι λένε ο κινηματογράφος ξεκίνησε το 1895 με του αδελφούς Λυμιέρ. Θα μπορούσα να αντιτείνω ότι ο κινηματογράφος ξεκίνησε στις αρχές του 17ου αιώνα όταν ζωγράφοι άρχισαν να ζωγραφίζουν τεχνητό φως. Τέσσερις πολύ σημαντικοί ζωγράφοι δραστηριοποιούνται αυτήν την περίοδο: Ο Καραβάτζιο στην Ιταλία, ο οποίος ζωγραφίζει το τεχνητό φως ευφυέστατα, ο Βελάσκεθ στην Ισπανία, ο οποίος δεν ζωγραφίζει μόνο το φως αλλά και την κίνηση για πρώτη φορά, ο Ρούμπενς, ο φλαμανδός ζωγράφος με τα μεγαλειώδη μελοδραματικά κινηματογραφικά εφέ, ήδη από το 1600. Και ο Ρέμπραντ, ο οποίος είναι ο κορυφαίος της κατανόησης της δραματικής χρήσης του τεχνητού φωτός. Με ενδιαφέρουν πολύ όλοι. Τους έχω μελετήσει σε βάθος τα τελευταία τέσσερα χρόνια».

Το πρότζεκτ «ΝineClassicalPaintingsRevisited» αφορά εννέα εμβληματικούς πίνακες της δυτικής τέχνης τους οποίους επαναπροσδιορίζετε μέσα από βιντεο-εγκαταστάσεις. Από τον 20ό αιώνα σκοπεύετε να ασχοληθείτε μόνο με τον Πικάσο και τον Τζάκσον Πόλοκ. Δεν σας ενδιαφέρει η μοντέρνα τέχνη του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα;
«Πιστεύω ότι η ζωγραφική είναι ό,τι καλύτερο έχει να προσφέρει ο πολιτισμός. Ιδιαίτερα η ζωγραφική της Αναγέννησης έχει μορφοποιήσει σε τεράστιο βαθμό το πώς σκέφτεται ο κόσμος και το πώς αισθάνεται, έχει διεγείρει τις πνευματικές αξίες. Και πιστεύω ότι οι υψηλότερες στάθμες του πολιτισμού έχουν κατακτηθεί από τους καλύτερους των ζωγράφων. Οπότε, είναι φυσικό να με ενδιαφέρει όλη η συλλογή της ζωγραφικής, ό,τι φτάνει ως την Αρχαία Ελλάδα – αν και δεν έχει απομείνει πολλή ελληνική ζωγραφική, διότι το μεγαλύτερο μέρος της αποσυντέθηκε. Είναι έντονο το ενδιαφέρον μου, ακόμη και για έργα που ζωγραφίστηκαν χθες το βράδυ... Το μεγάλο κέντρισμα όμως ξεκινά με την Αναγέννηση, οπότε μιλάμε για τον 15ο αιώνα. Είναι πάρα πολλοί οι πίνακες στον κόσμο που μπορεί να εξετάσει κανείς, εγώ όμως διάλεξα εννέα. Εννέα πολύ σημαντικούς πίνακες. Ο πιο πρώιμος είναι ο “Μυστικός Δείπνος” του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Τα τελευταία δύο χρόνια ασχολήθηκα με έναν πολύ σημαντικό πίνακα του Βερονέζε, τον “Γάμο στην Κανά”. Αύριο θα πάω στο Μπιλμπάο για να αρχίσω διεργασίες για τον διάσημο πίνακα του Πικάσο, τη “Γκερνίκα”. Μετά θα κάνουμε τις “Δεσποινίδες των τιμών” του Βελάσκεθ και έπειτα από δυο χρόνια ελπίζουμε να κάνουμε έναν Πόλοκ. Το μεγάλο πρότζεκτ όμως θα πραγματοποιηθεί στο Βατικανό όπου κάνουμε τώρα διαπραγματεύσεις για να γίνει μια εκδήλωση για τον υπέροχο πίνακα του Μιχαήλ Αγγελου, “Η Τελική Κρίση”».

Αλήθεια, πώς είναι οι διαπραγματεύσεις με το Βατικανό;
«Ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣτ΄συγκάλεσε στην Καπέλα Σιστίνα περίπου 250 σύγχρονους καλλιτέχνες, συμπεριλαμβανομένων μερικών από τα πιο εξαιρετικά ονόματα που δραστηριοποιούνται στη δυτική τέχνη, προκειμένου να εδραιώσει μια σχέση ανάμεσα στην πολύ ιδιαίτερη ισχύ του Βατικανού και στη σύγχρονη τέχνη. Βέβαια, αρκετοί από εμάς είχαμε πολύ σοβαρά προβλήματα με τον ρωμαιοκαθολικισμό και με τις καταχρήσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας».

Πώς τα χειριστήκατε;
«Υποθέτω ότι ο ρωμαιοκαθολικισμός και ο παπισμός έχουν τεράστια επιρροή στη δυτική τέχνη – τουλάχιστον τα τελευταία 1.000 χρόνια. Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα βάση ισχύος πάνω στην οποία μπορείς να δουλέψεις. Οπότε, αξιοποιήσαμε αυτήν την ευκαιρία για να εγκαινιάσουμε την επιθυμία μας να αντιμετωπίσουμε τη σημαντικότερη ανάθεση που έχει κάνει ποτέ η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στην Καπέλα Σιστίνα με το εξαιρετικό ζωγραφικό έργο του Μιχαήλ Αγγελου στο ταβάνι και αυτόν τον τεράστιο πίνακα ο οποίος πιστεύω ότι ακόμη και για τους μη χριστιανούς – και εγώ είμαι σίγουρα ένας από αυτούς, συγκεκριμένα ένας άθεος – θεωρείται ένα εκπληκτικό έργο της ανθρώπινης φαντασίας».

Η τέχνη όμως, συγκεκριμένα η μοντέρνα τέχνη, δεν είναι μόνο ζωγραφική. Από πολλούς θεωρείται και παρωχημένο μέσο έκφρασης σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από άλλες εικαστικές δυνατότητες χάρη στην τεχνολογία, την οποία άλλωστε εξυμνείτε με τη δουλειά σας…
«Διαφωνώ βαθύτατα. Πιστεύω ότι όλες οι σύγχρονες δραστηριότητες, όλες οι μετακινηματογραφικές δραστηριότητες είναι βέβαια πολύ ενδιαφέρουσες. Επιδίδομαι σε αυτές. Είμαι καλλιτέχνης VJ, κάνω ταινίες που προβάλλονται σε κινητά τηλέφωνα και ασχολούμαι με τη διαδραστικότητα των μέσων. Oλα αυτά όμως είναι προσωρινά φαινόμενα, συναρπαστικά μεν, αλλά βαθύτατα συνδεδεμένα με σύγχρονες ενεργειακές δυνάμεις. Για παράδειγμα, τίποτε απ’ ό,τι προανέφερα δεν μπορεί να συμβεί χωρίς τον ηλεκτρισμό. Τι θα συμβεί αν κάποιος τραβήξει την πρίζα; Η ζωγραφική στον πυρήνα της είναι πολύ απλή τεχνολογία και όλοι στον κόσμο μπορούν να την κάνουν. Και όταν ο πολιτισμός βουλιάξει στον υπόνομο – και είμαι σίγουρος ότι αυτό θα συμβεί – οι τελευταίες δραστηριότητες του ανθρώπου και πάλι θα αφορούν τη ζωγραφική. Οι παραθέσεις κειμένων δημιουργούν προβλήματα στη μετάφραση, υπάρχουν οι περιορισμοί της γλώσσας. Η δύναμη της ζωγραφισμένης εικόνας όμως είναι προφανής σε όλους. Είμαι σίγουρος λοιπόν ότι θα είναι παντοτινή».

Πώς προσδιορίζεται για εσάς ο καλλιτέχνης σήμερα;
«Σκεφτείτε τους ζωγράφους του πρότζεκτ “Εννέα κλασικοί πίνακες επαναπροσδιορίζονται”. Ολοι τους σχεδόν είναι προηγμένοι τεχνικοί της εποχής τους. Ο Λεονάρντο ασχολούνταν με την αστρονομία, χρησιμοποιούσε επιστημονικά εργαλεία, τηλεσκόπια και μικροσκόπια. Τα χιλιάδες σχέδιά του δείχνουν πόσο ενδιαφέρεται για την επιστήμη του καιρού του, την τεχνολογία αιχμής της εποχής του. Σκεφτείτε έναν ζωγράφο σαν τον Βερονέζε? ήταν ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε για χρωματικούς κώδικες. Ενας καλλιτέχνης πρέπει να είναι επαρκώς ενήμερος, να συμβαδίζει με την εποχή του, τόσο από τεχνολογικής άποψης αλλά και πνευματικά, νοητικά και συναισθηματικά. Πιστεύω ότι αυτό είναι υποχρέωσή του. Αν δεν χρησιμοποιεί την τεχνολογία της εποχής του, δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα απολίθωμα σε μουσείο».

Το «Αvatar», η ταινία που χρησιμοποιεί την τεχνολογία αιχμής της εποχής μας, πώς σας φάνηκε;
«Νομίζω ότι όλοι έχουμε την ίδια άποψη για το “Αvatar”. Βασικά, πρόκειται για σκουπίδια. Πολιτικό και κοινωνικό μήνυμα εντελώς αφελές και ανόητα πατριωτικό. Αφήγηση πολύ παλαιομοδίτικη. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι οι τεχνολογίες που έχουν χρησιμοποιηθεί είναι εκπληκτικές. Σίγουρα όμως εγώ θα μπορούσα να τις χρησιμοποιήσω με πολύ καλύτερο τρόπο απ’ αυτό το δείγμα που είδαμε στην ταινία. Δεν νομίζω ότι είδα κάτι πρωτότυπο και είμαι σίγουρος ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου».

Δεν αποτελεί το πρώτο βήμα για να περάσει το σινεμά σε άλλη διάσταση από τεχνολογική άποψη;
«Εχω σοβαρές αμφιβολίες. Πιστεύω ότι το σινεμά έχει πεθάνει. Εχει τελειώσει, δεν υπάρχουν καλοί δημιουργοί ταινιών πια. Ολοι κάνουν απλώς ένα ποτπουρί α λα Χόλιγουντ και όλοι βλέπουν φιλμ από την Καλιφόρνια. Είναι εντελώς διαφορετικά απ’ όταν ξεκίνησα εγώ να κάνω ταινίες τη δεκαετία του ’60. Οταν είχες το καταπληκτικό γαλλικό σινεμά της νουβέλ βαγκ και το καταπληκτικό ιταλικό σινεμά με τα αριστουργήματά του. Αλλά αυτές οι ημέρες πάνε, πέρασαν. Ζούμε στην εποχή της τηλεόρασης, όχι του κινηματογράφου. Υπάρχουν ακόμη πολλοί δημιουργοί που κάνουν ταινίες, αλλά οι περισσότερες από αυτές δεν έχουν καθόλου ενδιαφέρον, είναι “νανουριστικά παραμύθια” για ενηλίκους, τα οποία όμως μπορούν να διαβάσουν, το πρωτότυπο βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία. Ο κόσμος δεν πηγαίνει πια στο σινεμά, σίγουρα όχι εδώ στην Ολλανδία. Οι νέοι δεν βλέπουν καν τηλεόραση! Οι περισσότεροι περνούν τον χρόνο αναψυχής μπροστά από τους φορητές υπολογιστές τους, όπου δεν είναι μόνο θεατές αλλά συμμετέχουν κιόλας. Για να υπάρχει μέλλον στο σινεμά, θα πρέπει να βρεθούμε σε μια θέση να “ποιούμε”. Είμαστε όλοι δημιουργοί τώρα! Χάρη στις βελτιώσεις του σύγχρονου εξοπλισμού, ο οποίος πλέον μας επιτρέπει να εμπλεκόμαστε δημοκρατικά στην επιχείρηση της δημιουργίας τέχνης, κάτι το οποίο μπορεί να συμβεί σε όλους τους πολιτισμούς. Με μια κάμερα, ένα κινητό και ένα λάπτοπ, τρία πράγματα που είμαι σίγουρος ότι έχετε στην κατοχή σας, είμαστε πλέον όλοι σε θέση να συμμετέχουμε πλήρως στην καλλιτεχνική ζωή με έναν τρόπο που δεν είναι ελιτίστικος».

Και το ταλέντο; Είναι αμελητέος παράγοντας;
«Οταν κάνω μια ταινία, άνθρωποι έρχονται και μου λένε: “Θα ήθελα τόσο πολύ να συμμετέχω, κύριε Γκρίναγουεϊ, αλλά δεν μπορώ να ζωγραφίσω, δεν μπορώ να χορέψω και δεν μπορώ να τραγουδήσω”. Και βέβαια μπορείς να ζωγραφίσεις, και βέβαια μπορείς να χορέψεις, και βέβαια μπορείς να τραγουδήσεις. Δεν χρειάζεται να έχεις απόδοση Ολυμπιακών Αγώνων! Δεν υπάρχει χώρος στον κόσμο για εκατό Πικάσο. Υπάρχει χώρος μόνο για έναν. Αλλά όλοι οι υπόλοιποι μπορούν να συμμετέχουν ανάλογα με τα ταλέντα τους τα οποία κάνουν όχι μόνο τη δική τους ζωή πιο πλούσια αλλά και τη δική μου ζωή και σίγουρα κάνουν τη δική σας ζωή πιο πλούσια. Δεν θα έπρεπε να χαθούμε σε δαιδάλους περί συμπλεγμάτων κατωτερότητας όσον αφορά το ταλέντο. Αυτήν τη στιγμή που μιλάμε ο κόσμος είναι απορροφημένος από το Μουντιάλ. Δεν μπορούμε όλοι να είμαστε σε ομάδες ποδοσφαίρου, είναι αδύνατον. Μπορούμε όμως όλοι να συνδεθούμε με αυτήν τη διέγερση».

Σας αρέσει το ποδόσφαιρο;
«Οχι ιδιαίτερα. Αλλά, κοιτάξτε, μένω στο κέντρο του Αμστερνταμ και η πόλη είναι πολύ χαρούμενη με τη συμμετοχή της Ολλανδίας στο Μουντιάλ, οπότε οι δρόμοι είναι γεμάτοι σημαίες, όλοι μιλάνε για αυτό στην τηλεόραση. Δεν είμαι μεγάλος οπαδός, αλλά χαίρομαι με τον ενθουσιασμό τους και μπορώ να συμμετέχω στην ευθυμία τους».

Μια κριτική που έχετε δεχθεί είναι ότι στις ταινίες σας υπάρχει «συναισθηματική απόσταση».
«Βασικά, πρώτα απ’ όλα είμαι Αγγλος και οι Αγγλοι πάντα αποστασιοποιούνται από τα συναισθήματά τους. Αλλά, αν δείτε τις ταινίες μου, όπως για παράδειγμα “Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του και ο εραστής της” πρόκειται για μια εξαιρετικά συναισθηματική ταινία? σχετικά με τον κανιβαλισμό, τις αιχμές της σεξουαλικής εμπειρίας. Ή το “Κρυφό ημερολόγιο” το οποίο αφορά τη βαθιά επιθυμία για σεξουαλική συντροφικότητα. O κόσμος όμως κάνει συχνά αυτού του είδους την κριτική, η οποία τελικά προέρχεται συνήθως από άτομα που δεν έχουν την τάση να βλέπουν πολύ σινεμά ή βλέπουν μόνο αμερικανικό κινηματογράφο. Ο οποίος παίζει με τα συναισθήματά σου με έναν πολύ φτηνό, εύκολο και γλυκερό τρόπο».

Ποια είναι η άποψή σας για το ανεξάρτητο σινεμά; Για τον κινηματογράφο χωρών απομονωμένων, όπως το Ιράν; Μολονότι βασίζονται στο κείμενο, όπως λέτε, δεν πιστεύετε ότι επιτελούν και έργο μεταφέροντάς μας την πραγματικότητα χωρών οι οποίες δεν είναι εύκολα προσβάσιμες;
«Ναι, αυτό είναι αλήθεια αλλά, όπως μου ακούγεται, είναι σαν να χρησιμοποιείτε το σινεμά ως τμήμα της τουριστικής βιομηχανίας και αυτό δεν είναι καλή ιδέα. Στη θέση σας θα πήγαινα εκεί και θα βίωνα την εμπειρία που έχει να μου προσφέρει το μέρος από πρώτο χέρι, όπως έχω κάνει εγώ. Είμαι εξαιρετικά προνομιούχος που μπορώ και ταξιδεύω διαρκώς. Ορισμένες από αυτές τις χώρες είναι πολύ πολιτικοποιημένες, οπότε χρησιμοποιούν το σινεμά – περίπου όπως συνέβαινε παλαιότερα με τους Ρώσους και το σινεμά τους – ως προπαγάνδα, ως μέσο διδαχής για τον υπόλοιπο κόσμο αλλά και τους δικούς τους ανθρώπους. Επομένως πρόκειται για σινεμά ως μέσο που αποβλέπει σε κάποιον συγκεκριμένο σκοπό αντί για σινεμά ως αυτοσκοπός. Λυπάμαι, αλλά είμαι υπερβολικά υπερμορφωμένος ελιτιστής με τεράστια αποθέματα πνευματικής καλλιέργειας και σνομπισμού. Με ενδιαφέρει το σινεμά ως τέχνη. Πιστεύω στο πλουραλιστικό σινεμά, πρέπει να έχουμε όσο πιο πολλά είδη σινεμά μπορούμε να διατηρήσουμε. Και βεβαίως θα έπρεπε να ανοίξουμε το σινεμά μας σε όλες τις διαφορετικές απόψεις του κόσμου. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η ποιητική του κινηματογράφου, να βλέπω τον κινηματογράφο να κάνει ό,τι κανένα άλλο μέσο δεν μπορεί να κάνει».

Εχετε πει ότι ένα έργο τέχνης πρέπει να αντανακλά την εποχή του. Τώρα με την οικονομική κρίση, το πιο «φτωχό», από άποψη τεχνολογίας, σινεμά δεν θα είναι αυτό που αναπόφευκτα θα είναι σε θέση να εκφράσει την εποχή μας;
«Λένε ότι τη μεγαλύτερη ώθηση στο αμερικανικό σινεμά την έδωσε η εποχή της οικονομικής Υφεσης, όταν το αμερικανικό σινεμά όρμηξε μπροστά και αναπτύχθηκε επειδή προσέφερε μια εναλλακτική πρόταση σε δύσκολους καιρούς. Οπότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι εξαιτίας της κρίσης θα μπορούσαμε να διερευνήσουμε εναλλακτικές οπτικές γωνίες, απ’ όπου η έκφραση της ατομικότητας, είτε μέσω του σινεμά είτε μέσω της ζωγραφικής, θα είναι ένα μέσο για να επανεξετάσουμε τον εαυτό μας και για να δραπετεύσουμε από τον βραχνά του χρήματος. Και δεν νομίζω ότι θα πρέπει να μιλάμε μόνο για τη δική σας χώρα. Η Βόρεια Ευρώπη επίσης φοβάται και αγωνιά για αυτά τα θέματα. Είμαι σίγουρος ότι τα επόμενα τρία-τέσσερα χρόνια θα έχουμε πολύ περισσότερα προβλήματα. Πάντα πίστευα ότι το χρήμα είναι ένα “πτωχό” μέσο ανθρώπινης επικοινωνίας και ότι είναι ένα προσωρινό φαινόμενο. Και ότι υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα με τα οποία μπορεί να ασχοληθεί κάποιος. Οπότε, ίσως τώρα, σε μια εποχή οικονομικής κρίσης, μπορούμε να επανεξετάσουμε τι είναι αληθινά πολύτιμο. Δεν θυμόμαστε κανένα από τα οικονομικά προβλήματα της Αρχαίας Ελλάδας. Και όμως, Θεέ μου, πόσο εκτιμούμε εκείνη την περίοδο για όλη την εκπληκτική καλλιτεχνική έκφραση που έδωσε στον κόσμο».

Πώς διαμορφώνεται αυτή η ιδιαίτερη «φωνή» σας;
«Προσπαθώντας να αποφύγω, όσο πιο ευφυώς μπορώ, όλες τις παγίδες που μπορούν να σε παρασύρουν σε λάθος δρόμο. Για παράδειγμα, έκανα κάποιες ταινίες στις αρχές της δεκαετίας του ’80 οι οποίες ήταν πολύ επιτυχημένες στην Αμερική. Είχα πολλές προσκλήσεις να πάω στο Χόλιγουντ. Δεν νομίζω ότι μπορώ να προσφέρω κάτι στο Χόλιγουντ. Ευρωπαίοι σκηνοθέτες που πήγαν στο Χόλιγουντ ήταν επιτυχημένοι για δύο χρόνια, μετά εξαφανίστηκαν και δεν άκουσες για αυτούς ξανά. Εγώ αποφάσισα ότι ήθελα να κάνω καριέρα ως καλλιτέχνης, είτε στη ζωγραφική είτε στο σινεμά. Και βρέθηκα σε ένα ιδιαίτερο “κύκλωμα” στο οποίο δεν υπήρχε ποτέ μεγάλος προϋπολογισμός. Αλλά αυτό ήταν καλό. Διότι όσο μεγαλύτερος ο προϋπολογισμός τόσο μεγαλύτερος ο αριθμός των ανθρώπων που πρέπει να ευχαριστήσεις. Και υποθέτω – και αυτή είναι η μάχη που κέρδισαν οι ζωγράφοι για λογαριασμό των καλλιτεχνών τα τελευταία 1.000 χρόνια – ότι μπορείς να γίνεις ανεξάρτητος καθώς προσπαθείς να βρεις τη δική σου φωνή. Ζω πολύ άνετα, αλλά σίγουρα δεν είμαι πλούσιος».

Και η φήμη; Δεν σας ενδιέφερε ποτέ;
«Νομίζω λοιπόν ότι η επιθυμία να γίνεις διάσημος όσο και πλούσιος πρέπει να μπει στην άκρη αν θέλεις να συνεχίσεις να εξετάζεις τα προϊόντα της περιέργειάς σου. Πρέπει να πω ότι ήμουν πολύ τυχερός που μπόρεσα να αναπτύξω τις ιδέες που με ενδιέφεραν. Για παράδειγμα, αυτόν τον καιρό ετοιμάζω τρεις ταινίες. Θα ξεκινήσω μια ταινία στο Παρίσι με τον Τζον Μάλκοβιτς και την Ιζαμπέλ Υπέρ, μετά θα πάω στην Πόλη του Μεξικού και θα κάνω ένα φιλμ για τον μεγάλο ρώσο σκηνοθέτη Αϊζενστάιν και μετά στη Βενετία για να κάνω μια ταινία για τον Βιβάλντι. Το πρότζεκτ με τους εννέα ζωγράφους συνεχίζεται και έχω και εκθέσεις στην Κοπεγχάγη και το Παρίσι, στο Κέιπ Τάουν και στο Μοντεβιδέο».

Ελεύθερο χρόνο έχετε ποτέ;
«Α, ξέρετε ο κόσμος επιμένει να διαχωρίζει τον χρόνο της δουλειάς από τον χρόνο των διακοπών. Εγώ βρίσκομαι διαρκώς σε διακοπές. Γιατί θα πρέπει να κάνω διαχωρισμό ανάμεσα στη δουλειά και στην ευχαρίστηση; Για μένα είναι ένα και το αυτό. Εχω μια καινούργια οικογένεια, έχω μια εννιάχρονη κόρη, ετοιμαζόμαστε να έρθουμε στην Ελλάδα περίπου σε δύο εβδομάδες και μετά θα πάμε στην Ουαλλία όπου θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε ένα απίθανο τοπίο. Μου κάνει πάντα καλό να επιστρέφω εκεί. Επομένως, μάλλον κάνω όσες διακοπές κάνετε και εσείς».

Γιατί, λοιπόν, έχετε επιλέξει το Αμστερνταμ ως βάση σας;
«Ερχομαι σε αυτήν την πόλη πολλά πολλά χρόνια. Ο πατέρας μου ήταν ορνιθολόγος και ενδιαφερόταν πολύ για όλα τα πουλιά και το αποδημητικό ρεύμα της παράκτιας γραμμής του Ατλαντικού και, όπως ξέρετε, η Ολλανδία είναι πολύ επίπεδη και διαθέτει μεγάλες ποσότητες νερού, οπότε από παιδί είχα επαφή με τη χώρα. Και μετά άρχισε να με ενδιαφέρει η ζωγραφική του ολλανδικού τοπίου, η ζωγραφική του 17ου και 18ου αιώνα. Μετά με “ανακάλυψαν” στο κινηματογραφικό φεστιβάλ του Ρότερνταμ όπου γνώρισα πολύ κόσμο, έχω και έναν παραγωγό ο οποίος διαφυλάσσει τα κινηματογραφικά μου δικαιώματα και έχει ως βάση του το Ρότερνταμ. Μετά άρχισα να δουλεύω για την ολλανδική εταιρεία όπερας και έκανα όπερες. Και μετά γνώρισα μια γυναίκα από την Ολλανδία και ερωτεύτηκα, η παλιά γνωστή ιστορία, μετακόμισα όλα τα υπάρχοντά μου από το Λονδίνο και τώρα πλέον ζω 16 χρόνια στο Αμστερνταμ. Είμαι ένας πολύ ευτυχισμένος άνθρωπος».

Ποια η σχέση σας πλέον με τα δύο κυρίαρχα θέματα της δυτικής κουλτούρας, το σεξ και τον θάνατο;
«Νομίζω ότι οι Ελληνες έχουν δύο εξαίσιες λέξεις για αυτά, έτσι δεν είναι; “Εros” και “thanatos”, η πολύ αρχή και το πολύ τέλος. Σεξ και θάνατος. Αυτά συνιστούν ως επί το πλείστον τη θεματική της τέχνης αλλά και του σινεμά. Πολύ συναρπαστικά θέματα, είτε είσαι καλόγρια είτε είσαι κατά συρροήν δολοφόνος, διότι η σχέση σου με αυτά είναι αναπόφευκτη. Περπατάς σε έναν δρόμο και δεν γνωρίζεις τίποτε για τους ανθρώπους γύρω σου ή γνωρίζεις πολύ λίγα. Αυτό όμως που ξέρεις στα σίγουρα είναι ότι έχουν συλληφθεί και, λυπάμαι που το λέω, γνωρίζεις επίσης ότι σίγουρα θα πεθάνουν. Είναι και τα δύο αδιαπραγμάτευτα. Μολονότι διαθέτουμε – υποθέτω και υποψιάζομαι – τα μέσα για να έχουμε τον έλεγχο επί των σεξουαλικών δραστηριοτήτων μας, είτε μέσω της ελεύθερης επιλογής των συντρόφων μας, είτε με τη βελτίωση των επιδόσεών μας, είτε μέσα από την εξέλιξη της αντισύλληψης. Και μολονότι υποθέτω ότι με τα φάρμακα και με μια καλή διατροφή μπορούμε να διευρύνουμε το όριο της ζωής μας. Διάβαζα σε ένα περιοδικό ότι τα παιδιά που γεννιούνται σήμερα στον δυτικό κόσμο έχουν προσδόκιμο ζωής τα 120 χρόνια, το οποίο είναι εκπληκτικό! Αλλά, πάλι, δεν μπορείς να αποφύγεις το αναπόφευκτο».

Διάβασα κάπου ότι θέλετε να έχετε τον έλεγχο επ’ αυτού και να «φύγετε» στα 80 σας χρόνια! Είναι αλήθεια ότι είστε υπέρ της ευθανασίας;
«Να σας πω. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι σε αυτόν τον πλανήτη! Και ο μέσος όρος ηλικίας τους στη Δύση είναι μεγάλος. Είμαστε πολλοί, μολύνουμε... Δεν νομίζω ότι θα έπρεπε να μας απασχολεί αυτό το άκρο της ζωής. Ο κόσμος θα έπρεπε να κάνει παιδιά, δεν θα έπρεπε ποτέ να νιώσουμε φόβο σε σχέση με αυτό, αυτός είναι εξάλλου και ο αυθορμητισμός της ζωής. Ισως θα έπρεπε να ανησυχούμε για το αντίθετο άκρο. Δεν λέω ότι δεν είναι μια πολύ δύσκολη απόφαση, αλλά ίσως τα επόμενα εκατό χρόνια όλοι μας θα πειστούμε να κάνουμε κάτι για το θέμα της ευθανασίας. Οπως για παράδειγμα γίνεται στην Ολλανδία, μια πολύ εξελιγμένη χώρα αναφορικά με αυτά τα θέματα. Μπορούμε να μιλήσουμε για τις αμβλώσεις, τη σεξουαλικότητα και την ευθανασία, θέματα δύσκολα. Και πρέπει να μιλάμε για αυτά, διότι πρόκειται για καταστάσεις της ζωής».

Εχετε πει ότι «όλες οι θρησκείες μισούν τις γυναίκες». Ποια είναι η σχέση σας μαζί τους;
«Λένε ότι το 51% του πληθυσμού είναι γυναίκες. Και εκπροσωπούνται στην κοινωνική ζωή με άσχημο τρόπο. Πόσες γυναίκες έχετε στην κυβέρνησή σας; Πόσες είναι στην ολλανδική κυβέρνηση; Ελάχιστες. Και υποτίθεται ότι βρισκόμαστε στην εποχή της γυναικείας χειραφέτησης. Οι προγιαγιάδες και οι γιαγιάδες σας πάλεψαν για αυτό, αλλά με ποιον τρόπο έχετε επωφεληθεί, ποια είναι η θέση σας σήμερα, πώς μπορείτε να βελτιώσετε τη θέση σας στην κοινωνική ζωή; Οσο ταξιδεύεις προς Ανατολάς, γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Και πιστεύω ότι οι περισσότερες θρησκείες είναι μισογυνικές. Για παράδειγμα, ο Ρωμαιοκαθολικισμός. Υπάρχουν δύο κατηγορίες γυναικών: είτε η Παρθένος Μαρία, μια αγιοποιημένη γυναίκα, είτε η άλλη Μαρία, η Μαρία Μαγδαληνή, η πόρνη. Οι θρησκείες πάντα δυσκολεύονταν να χειριστούν τη θηλυκότητα. Νομίζω επειδή οι περισσότερες θρησκείες δημιουργούνται από γέρους και φοβισμένους άνδρες οι οποίοι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την έννοια της γυναικείας σεξουαλικότητας, της γυναικείας δύναμης, την ικανότητα δημιουργίας και της γέννας. Γι’ αυτό πρέπει να επινοήσουν τόσες περίπλοκες μεταφορές στα ιερά βιβλία τους, χωρίς καμία φαντασία… Και μπορεί να πει κανείς ότι κάποιες φορές στις ταινίες μου υποβάλλω γυναίκες σε ταπεινωτικές καταστάσεις, αυτά όμως περνάνε στην πραγματική ζωή έτσι κι αλλιώς! Γιατί πρέπει να εφεύρω καταστάσεις από τη στιγμή που αυτά συμβαίνουν στην πραγματική ζωή; Αν προσέξετε όμως τις ταινίες μου, είναι πάντα η γυναίκα που είναι περισσότερο δραστήρια, που κινεί την πλοκή, και συχνά ο άνδρας είναι ο αδύναμος χαρακτήρας».

Στο πλαίσιο του τριημέρου «Musicon Film vs Filmon Music», στο Φεστιβάλ της Σάνης στη Χαλκιδική, προβλήθηκε στις 30 Ιουλίου το ντοκυμαντέρ «To κατηγορώ του Ρέμπραντ», στις 31 Ιουλίου ο Πίτερ Γκρίναγουεϊ έδωσε την κινηματογραφική performance «The Lupercyclopedia», ενώ την 1η Αυγούστουπροβλήθηκε η ταινία «Νυχτερινή περίπολος».

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 510, σελ. 22-27, 25/07/2010.



Συνέντευξη στη Μαριλένα Αστραπέλλου, φωτογραφία: Dennis Van Doorn.