Πάμπλο Πικάσο: «Είμαι μόνο ένας δημόσιος ψυχαγωγός?»

 

Συντάκτης: Ειρήνη Σπυριδάκη   

Τετάρτη, 22 Απρίλιος 2009 23:11

 

Πριν από λίγο καιρό, ανακάλυψα ένα εξομολογητικό κείμενο του Πικάσο που είχε καταχωρηθεί τον Μάιο του 1923 στο περιοδικό της Νέας Υόρκης «The Arts». Ένα κείμενο που με ξάφνιασε στην αρχή, με έβαλε σε σκέψεις στη συνέχεια και τώρα, έπειτα από μερικές; εβδομάδες, έχει καταφέρει και επανέρχεται τακτικά στη σκέψη μου, και μάλιστα σε ώρες άκρως ακατάλληλες για προβληματισμό. Σας παραθέτω αυτούσιο το εύρημά μου.

 

«Από τη στιγμή που η τέχνη δεν είναι τροφή των εκλεκτών, ο καλλιτέχνης μπορεί να εκδηλώνει το ταλέντο του με κάθε ιδιοτροπία, όπως του καπνίσει, με κάθε επινόηση του πνευματικού τσαρλατανισμού. Αλλά οι εκλεπτυσμένοι, οι πλούσιοι, οι χασομέρηδες, οι διυλίζοντες την πεμπτουσία, ψάχνουν για το καινούριο, το αλλόκοτο, το πρωτοφανές, το σκανδαλώδες. Κι εγώ, από τον κυβισμό κι ύστερα ικανοποίησα αυτούς τους κυρίους και τους κριτικούς με πάμπολλα παράξενα που πέρασαν από τον νου, και όσο λιγότερο τα καταλάβαιναν τόσο τα θαύμαζαν. Με το να διασκεδάζω συνεχώς με όλα τούτα τα παιχνίδια, τις λοιδορίες, τους γρίφους, τις σπαζοκεφαλιές και τα αραβουργήματα έγινα διάσημος και μάλιστα πολύ γρήγορα. Και η διασημότητα για ένα ζωγράφο σημαίνει: πωλήσεις, κέρδη, περιουσία, πλούτο. Όπως γνωρίζετε, σήμερα είμαι διάσημος και πλούσιος, αλλά όταν μένω μόνος με τον εαυτό μου δεν έχω το θάρρος να με θεωρώ καλλιτέχνη με την αρχαία έννοια της λέξης. Ήταν μεγάλοι ζωγράφοι ο Τζιόττο, ο Τισιανός, ο Ρέμπραντ, ο Γκόγια. Είμαι μόνον ένας δημόσιος ψυχαγωγός, που κατάλαβε την εποχή του, που ικανοποίησε όσο μπορούσε την ηλιθιότητα, την κενοδοξία και την απληστία των συγχρόνων του. Είναι πικρή η δική μου εξομολόγηση, πιο οδυνηρή απ? ότι μπορεί να φαίνεται, έχει όμως την αρετή να είναι ειλικρινής».
(Πηγή: περιοδικό Φωτοχώρος)

«Ο Πικάσο μιλάει για πνευματικό τσαρλατανισμό του καλλιτέχνη!». Η φράση αυτή μου έχει καρφωθεί
στο μυαλό, σαν πρόκα, γι? αυτό και ? παραφράζοντας τον αγαπημένο  Μανόλη Αναγνωστάκη- ο άνεμος του λογισμού μου δεν έχει καταφέρει να την πάρει μακριά. Ο Πικάσο μάς αποκαλύπτει ότι καταξιώθηκε μεταφέροντας πολύ απλά σ? ένα ούτως ή άλλως δεκτικό κοινό τις παραδοξότητες που γεννούσε ο εγκέφαλός του. Η ευφυΐα του συνίστατο στο ότι κατανόησε την ανάγκη των εκλεπτυσμένων, των πλουσίων, των χασομέρηδων, των διυλιζόντων την πεμπτουσία δήθεν φιλότεχνων να αναζητούν καθετί αλλόκοτο, το οποίο μάλιστα αδυνατούσαν και να κατανοήσουν. Αυτή την αδυναμία πρόσληψης των δημιουργιών του καλλιτέχνη από τους ενδιαφερόμενους και τη συνακόλουθη τάση των τελευταίων να τεκμηριώνουν θεωρητικά το έργο του, μυθοποιώντας το δημιουργό του φαίνεται ότι εκμεταλλεύτηκε πολλάκις ο ζωγράφος από τον κυβισμό και εξής. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο απέσπασε την κοινωνική καταξίωση, έγινε διάσημος και απέκτησε πλούτο.

 

Αυτή όμως είναι η μία όψη του νομίσματος, η κοινωνική πλευρά του καλλιτέχνη. Γιατί υπάρχει και η βαθύτερη πλευρά του, εκείνη από την οποία ούτε ο ίδιος δεν μπορεί να κρυφτεί. Η πλευρά αυτή του Πικάσο αποκαλύπτεται όταν ο ίδιος έρχεται αντιμέτωπος με τον εαυτό του σ? ένα εσωτερικό μα ουσιαστικό διάλογο, που λαμβάνει χώρα, μόλις το κοινωνικό προσωπείο του καλλιτέχνη πέσει στο πάτωμα και ο ίδιος απογυμνωθεί από φτιασιδώματα πάσης μορφής. Τότε είναι που μόνος πια ο Πικάσο νιώθει δειλός και ανίσχυρος να υπεραμυνθεί της καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Στο πλαίσιο της αυτοκριτικής του ο μεγάλος ζωγράφος διστάζει να αυτοχαρακτηριστεί καλλιτέχνης, όπως είναι ο Τζιόττο, ο Τιτζιάνο, ο Ρέμπραντ, ο Γκόγια. Αυτοχαρακτηρίζεται απλώς ως «δημόσιος ψυχαγωγός» που συνέλαβε και εκμεταλλεύτηκε την ηλιθιότητα, την κενοδοξία και την απληστία των ανθρώπων της εποχής του. Αυτά εξομολογείται με ψυχική οδύνη, πλην όμως με πάσα ειλικρίνεια.

 

Το παραπάνω κείμενο με προβλημάτισε αρκετά, καθώς πριν το ανακαλύψω, θεωρούσα ότι ο Πικάσο ήταν αδύνατο να είχε πέσει θύμα στράτευσης της τέχνης του, εξυπηρετώντας τις απαιτήσεις των συγχρόνων του. Το καλλιτεχνικό έργο ενός τόσο ρηξικέλευθου ζωγράφου πίστευα ότι είναι προϊόν της εσωτερικής του ανάγκης να εκφράζεται εικαστικά και να προσφέρει στο κοινό την ενδιαφέρουσα οπτική του έναντι της πραγματικότητας που βίωνε. Μετά από την ανάγνωση του κειμένου, μου γεννήθηκε η παρακάτω σκέψη: Μήπως τελικά η εν ζωή καταξίωση δεν επέρχεται μόνο από την ίδια την αξία των έργων του εκάστοτε καλλιτέχνη, αλλά «κατασκευάζεται» με τεχνάσματα του ίδιου του δημιουργού που, ευφυής ων, διαγιγνώσκει τις ανάγκες του φιλότεχνου κοινού και, λόγω του ταλέντου του, μπορεί και ανταποκρίνεται σε αυτές με επιτυχία; Και μήπως άραγε αυτή η κοινωνική αποδοχή και επιτυχία των έργων που δημιουργούνται από τους καλλιτέχνες για να υπηρετήσουν τη ματαιοδοξία των ανθρώπων και να αποκτήσουν οι ίδιοι δόξα και χρήματα συνιστά το κίνητρο για την αδιάκοπη πρακτική ενασχόλησή τους με την εικαστική δημιουργία, έργα της οποίας έμειναν στην ιστορία ως αριστουργηματικά; Εξάλλου, πολλοί καλλιτέχνες της αναγεννησιακής περιόδου έγιναν διάσημοι και εξοικονόμησαν τα προς το ζην, φιλοτεχνώντας πορτρέτα βασιλιάδων και επιφανών ανθρώπων της εποχής. Όμως στην ιστορία δεν έμειναν αυτά τα πορτρέτα (ή τουλάχιστο όχι μόνο αυτά), αλλά άλλες καλλιτεχνικές συνθέσεις που παρήχθησαν υπό άλλες (μέχρι αποδείξεως τουναντίον;) συνθήκες.